εύκνημος

-η, -ο (Α εὔκνημος, -ον)
αυτός που έχει καλές, ωραίες κνήμες («εὐκνήμου... ποδός», Ανθ. Παλ.)
αρχ.
1. (για ανδριάντες) αυτός που έχει ωραία σκέλη, γερές κνήμες
2. το αρσ. ως ουσ. ὁ εὔκνημος
είδος φυτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κνημος (< κνήμη), πρβλ. λεπτό-κνημος, λευκό-κνημος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔκνημος — with beautiful ankle masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔκνημον — εὔκνημος with beautiful ankle masc/fem acc sg εὔκνημος with beautiful ankle neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκνήμοιο — εὔκνημος with beautiful ankle masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκνήμου — εὔκνημος with beautiful ankle masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκνήμους — εὔκνημος with beautiful ankle masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • EUCNEMOS — ex Graeco Εὔκνημος, Amazonis ex aere a Silanione factae cognomen. Plin. l. 34. c. c. 8. Idem fecit Strongylion Amazonem, quam ab excellentia crurum Eucnemon Appellant, ob id in comitatu Neronis Principis cir cumlatam …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Στρογγυλίων — Αθηναίος γλύπτης, που άκμασε στο δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. Σύμφωνα με μαρτυρίες του Παυσανία ένα από τα σπουδαιότερα έργα του είναι το χάλκινο άγαλμα της Άρτεμης Σωτείρας, που οι Μεγαρείς αφιέρωσαν στο ιερό της θεάς στα Μέγαρα, σε ένδειξη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.